Όμποε

Ιδιαίτερης χροιάς ξύλινο όργανο, με κωνικό σχήμα του σωλήνα και διπλή γλωττίδα που του δίνουν έναν χαρακτηριστικό ένρινο και διαπεραστικό ήχο. Η μουσική του έκταση καλύπτει περίπου τρεις οκτάβες. Συχνά, στις αργές κυρίως μελωδίες, ο ήχος του είναι μελαγχολικός και πολύ εκφραστικός. Μπορεί όμως να παίξει και γρήγορες, ζωντανές και ευέλικτες μελωδίες. Αυτές οι ιδιότητές του το καθιστούν ένα σημαντικό σολιστικό όργανο και ένα πολύ σημαντικό μέλος της συμφωνικής ορχήστρας και άλλων μουσικών συνόλων. Λόγω του διαπεραστικού του ήχου, το όμποε δίνει τον τόνο (λα) στην ορχήστρα πριν αρχίσει η συναυλία για το κούρδισμα των οργάνων της. Σχεδόν όλες οι ορχηστρικές συνθέσεις που γράφτηκαν μετά το 1700 περιλαμβάνουν ένα μέρος για όμποε.